ΜΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ

ΜΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ

1. Γενικές παρατηρήσεις για την μαστογραφία.

2. Κατηγορίες κατά BI-RADS

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………

1. Γενικές παρατηρήσεις

Η μαστογραφία αποτελεί τη βασική απεικονιστική εξέταση και πραγματοποιείται είτε στο πλαίσιο διερεύνησης ενός κλινικού ευρήματος ή συμπτώματος ( διαγνωστική μαστογραφία)  είτε στο πλαίσιο προληπτικού ελέγχου, πληθυσμιακού ή ατομικού ( προληπτική μαστογραφία).

Από μόνη της δεν μπορεί να αποκλείσει την ύπαρξη καρκίνου στο μαστό, γι’ αυτό και πρέπει να πραγματοποιείται στο πλαίσιο της τριπλής εξέτασης (τεστ).

Η μαστογραφία έχει υψηλή ευαισθησία στην ανακάλυψη καρκίνων που περιέχουν μικροαποτιτανώσεις. Είναι, επίσης, καλή σε μαστούς που δεν είναι ακτινοσκιεροί ( λιπώδεις μαστοί). Ως εκ τούτου είναι η καλύτερη μέθοδος για την ανακάλυψη μικρών μη ψηλαφητών βλαβών στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Υστερεί σε ακτινοσκιερούς – πυκνούς- μαστούς, στη διάγνωση πυκνοτήτων (breast densities) και έχει δυσκολίες στην αναγνώριση συγκεκριμένων λοβιακών διηθητικών καρκινωμάτων, στη νόσο Paget της θηλής, στα φλεγμονώδη καρκινώματα και ιδιαίτερα, σε μερικά περιφερικά μικρά καρκινώματα.

Η μαστογραφία δεν συστήνεται για γυναίκες ηλικίας μικρότερης των 35 ετών, εκτός αν υπάρχει ισχυρή κλινική υποψία καρκινώματος.

Η ταξινόμηση των ευρημάτων σε κατηγορίες σύμφωνα με το σύστημα αξιολόγησης BIRADS έχει τύχει ευρύτερης αποδοχής διεθνώς.

Σ’ ότι αφορά τον προληπτικό έλεγχο με μαστογραφία, αυτός συνιστάται να αρχίζει από την ηλικία των 40 ετών και να συνεχίζει έως την ηλικία που η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου μπορεί να έχει θετική επίπτωση στο προσδόκιμο επιβίωσης των εξεταζομένων.

Στον πληθυσμιακό προληπτικό ( προσυμπτωματικό ) έλεγχο ( screening) στις περισσότερες χώρες καλούνται να συμμετάσχουν γυναίκες ηλικίας από 50 – 65 ετών.

Ο προληπτικός ακτινολογικός έλεγχος μπορεί να ξεκινήσει σε νεότερη ηλικία (δηλ. πριν από την ηλικία των 40 ετών) σε γυναίκες με γενετική προδιάθεση ή με  οικογενειακό ή ατομικό ιστορικό καρκίνου του μαστού.

Η έναρξη του προληπτικού ελέγχου με μαστογραφία από τα 35 έτη για όλες ανεξαιρέτως τις γυναίκες δεν συστήνεται από τις έγκυρες επιστημονικές εταιρείες και υπηρεσίες υγείας.

Το συνιστώμενο μεσοδιάστημα μεταξύ της εκτέλεσης δύο προληπτικών μαστογραφιών δεν είναι το ίδιο στις διάφορες χώρες και στις προτάσεις των διαφόρων εταιρειών και υγειονομικών αρχών.

Ο ετήσιος έλεγχος σε γυναίκες ηλικίας 40 έως 50 ετών ανταποκρίνεται καλύτερα στο μικρότερο χρόνο διπλασιασμού των καρκίνων αυτής της ηλικίας και φάνηκε ότι μειώνει τους ενδιάμεσους καρκίνους. Όμως, η μείωση της θνησιμότητας είναι μικρότερη εκείνης που επιτυγχάνει ο ανά διετία προληπτικός πληθυσμιακός έλεγχος στις γυναίκες άνω των 50 ετών ( έως 35%). Τα δε αποτελέσματα του ανα τριετία ελέγχου που προσφέρει το αγγλικό ΕΣΥ, παρόλο που συχνά δεν αναφέρονται, υπήρξα εξίσου σημαντικά.

Σε κάθε περίπτωση για να υπάρχει επιτυχία στον πληθυσμιακό έλεγχο θα πρέπει να υπάρχει υποβάλλεται σε αυτόν τουλάχιστον το 70% των προσκληθέντων γυναικών.

Οι καρκίνοι που γίνονται αντιληπτοί στο διάστημα μεταξύ δύο συνεχόμενων εξετάσεων του τακτικού  προληπτικού μαστογραφικού ελέγχου, ονομάζονται  ενδιάμεσοι καρκίνοι ή καρκίνοι του μεσοδιαστήματος και συνιστούν ένα σημαντικό πρόβλημα ( αφού αποτελούν το 15-30% όλων των καρκίνων). Όσο μεγαλύτερο είναι το μεσοδιάστημα μεταξύ των δύο διαδοχικών μαστογραφιών, τόσο το ποσοστό των ενδιάμεσων καρκίνων αυξάνει.

Η προσεκτικότερη ανάγνωση (η διπλή ανάγνωση) των μαστογραφιών αποτελεί μία πρακτική που μπορεί εν μέρει να μειώσει την επίπτωση τους, περιορίζοντας όσους οφείλονται σε μη αναγνώριση των ευρημάτων κακοήθειας στην προηγηθείσα μαστογραφία ( κάτι που συμβαίνει στο 25% των περιπτώσεων ενδιάμεσων καρκίνων).

Οι βλάβες που ανακαλύπτονται από τον μαστογραφικό προληπτικό έλεγχο θα πρέπει κατά κανόνα να μελετώνται με πρόσθετες απεικονιστικές εξετάσεις.

Η λεγόμενη μαστογραφία αναφοράς στερείται χρησιμότητας.

Γυναίκες που θηλάζουν θα πρέπει να περιμένουν τουλάχιστον 3 μήνες μετά το θηλασμό για να κάνουν μαστογραφία ( για να ελαττωθεί η έκταση του οιδήματος και η απεικόνιση να είναι καλύτερη), εκτός και αν υπάρχει κάποιο ύποπτο κλινικά εύρημα.

Η ψηφιακή μαστογραφία  φαίνεται να υπερτερεί της κλασικής μαστογραφίας στην ικανότητα ανίχνευσης του καρκίνου στις νεαρής ηλικίας γυναίκες (προεμμηνοπαυσιακές, καθώς η εικόνα της είναι καλύτερη σε πυκνούς- ακτινοσκιερούς μαστούς. Οι δυνατότητες καλύτερης αποθήκευσης και διαχείρισης των δεδομένων, η δυνατότητα παρέμβασης στην εμφάνιση της εικόνας και η απεικονιστική επικέντρωση και ανάλυση συγκεκριμένων περιοχών του μαστού με επιλογή του ακτινολόγου αποτελούν πλεονεκτήματα της ψηφιακής μαστογραφίας, τα οποία εφ’ όσον μειωθεί το κόστος  αγοράς του εξοπλισμού θα συμβάλλουν στην ευρύτερη χρήση αυτής της νέας τεχνολογίας.

Σε κάθε περίπτωση το θέμα δεν είναι αν θα επιλεγεί η ψηφιακή ή η αναλογική μαστογραφία, αλλά να γίνει αντιληπτή από την γυναίκα ή ανάγκη για μαστογραφικό έλεγχο

2. Κατηγορίες αξιολόγησης της μαστογραφίας σύμφωνα με το σύστημα BI-RADS του Αμερικανικού Κολεγίου Ακτινολογίας.

( BI-RADS = Breast Imaging Reporting and Data Systems)

 Κατηγορία  0 = Απαιτείται πρόσθετη απεικονιστική αξιολόγηση και/ή άλλη μαστογραφία για σύγκριση ( αυτή η κατηγορία αποδίδεται ως αποτέλεσμα προληπτικής μαστογραφίας που  χρειάζεται πρόσθετη απεικονιστική διερεύνηση ( π.χ. εντοπιστική, μεγενθυτική, ειδική λήψη ή/και υπερηχογράφημα). Επίσης, έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί μια μαστογραφία όταν για την εξαγωγή κάποιου συμπεράσματος υπάρχει ανάγκη σύγκρισης της με παλαιότερες.

Κατηγορία 1 = Αρνητική. Τίποτα για σχολιασμό. Συμμετρικοί μαστοί χωρίς ιδιαίτερη μάζα, αρχιτεκτονική διαταραχή ή ύποπτες αποτιτανώσεις.

Κατηγορία 2 = Καλόηθες εύρημα ή ευρήματα ( Όπως και η «αρνητική» έτσι και αυτή είναι μια «φυσιολογική» αξιολόγηση, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ακτινολόγος επέλεξε να περιγράψει στην έκθεση του το καλόηθες ή τα καλοήθη ευρήματα.)

Κατηγορία 3 = Πιθανώς καλόηθες εύρημα – Συνιστάται παρακολούθηση σε σύντομο χρονικό διάστημα. (  Μία πλήρης απεικονιστική διερεύνηση είναι αναγκαία πριν καταταγεί ένα αποτέλεσμα σ’ αυτή την κατηγορία. Έτσι δεν μπορεί να δοθεί ως αποτέλεσμα προληπτικής μαστογραφίας. Στη μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών με αποτελέσματα της κατηγορίας 3 συνιστάται μία επεναξέταση (παρακολούθηση) σε σύντομο χρονικό διάστημα ( 6μηνο), που ακολουθείται από πρόσθετες κλινικές και ακτινολογικές εξετάσεις, έως ότου σε κάποιο χρονικό διάστημα ( σε 2 χρόνια ή περισσότερο)επιβεβαιωθεί ότι  δεν υπάρχει ύποπτη αλλαγή του ευρήματος. Ένα εύρημα που κατατάσσεται σε αυτή την κατηγορία θα πρέπει να έχει κίνδυνο για κακοήθεια λιγότερο από 2%).

Κατηγορία 4 Ύποπτο εύρημα – Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη  η περίπτωση της βιοψίας. ( αυτή η κατηγορία αποδίδεται σε ευρήματα χωρίς την κλασική εμφάνιση της κακοήθειας, αλλά των οποίων η πιθανότητα κακοήθειας είναι μεγαλύτερη εκείνης της κατηγορίας 3).

Κατηγορία 5 = Υψηλή πιθανότητα (δηλωτική) κακοήθειας – Πρέπει να υπάρξει κατάλληλη ιατρική παρέμβαση. ( Αυτές οι βλάβες έχουν υψηλή πιθανότητα ( >95%)- να αποδειχθούν ότι είναι καρκίνος. Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει βλάβες για τις οποίες θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυνατότητα εγχείρησης χωρίς να προηγηθεί βιοψία. Εντούτοις, στη σύγχρονη ογκολογική προσέγγιση η παρακέντηση με λεπτή ή με ευρύστομη βελόνα μπορεί να είναι ωφέλιμη, ιδίως όταν κατά τη χειρουργική αντιμετώπιση σχεδιάζεται η  εξαίρεση του φρουρού λεμφαδένα ή όταν χορηγείται νεοεπικουρική χημειοθεραπεία.)

Κατηγορία 6 = Γνωστό αποτέλεσμα από  βιοψία/ αποδεδειγμένη κακοήθεια- Πρέπει να υπάρξει κατάλληλη ιατρική παρέμβαση ( Αυτή η κατηγορία αποδίδεται σε ευρήματα που έχουν αναγνωριστεί στην απεικονιστική μελέτη ως κακοήθη και έχουν ταυτοποιηθεί με μη ανοικτή βιοψία πριν από την οριστική θεραπεία. Οι ακτινολόγοι χρησιμοποιούν αυτή την κατηγορία όταν τους ζητείται δεύτερη γνώμη για μαστογραφίες που έχουν γίνει αλλού για γνωστούς καρκίνους ή όταν παρακολουθούν την απαντητικότητα του όγκου σε περιπτώσεις νεοεπικουρικής θεραπείας).

…………………………………………………………………………………………………………………………